Ο Επίσκοπος Αργυροκάστρου Παντελεήμων (9 Ιουλίου 1890 - 24 Μαΐου 1969), γνωστός και ως Χρήστος Κοτόκος, ήταν κληρικός, θεολόγος, λόγιος και μια από τις ηγετικές μορφές του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού της μεταπολεμικής περιόδου.

Βιογραφία
Σπουδές και έναρξη της καριέρας
Γεννήθηκε στο Κορυτόβο και φοίτησε σε σχολεία της πατρίδας του. Υποστηρίζεται ότι ως έφηβος συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα. Το 1906, κατόπιν αιτήματος του συγγενή του, Μητροπολίτη Μηθύμνης Στέφανου, πήγε να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1913. Αργότερα επέστρεψε στην πατρίδα του και δίδαξε θρησκεία και ιστορία ως καθηγητής στο Γυμνάσιο του Μπαγιού στο Κορυτόβου. Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 1920, όταν οι αλβανικές αρχές απαγόρευσαν το γυμνάσιο. Ο Παντελεήμων, ωστόσο, παρέμεινε στο Κορυτόβο, όπου ανέπτυξε δραστηριότητες σε πολιτιστικά, πολιτικά, θρησκευτικά και εκπαιδευτικά θέματα και υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στην εκκλησία της πόλης. Εν τω μεταξύ, εντάχθηκε στον ελληνικό στρατό το 1915 ως ιεροκήρυκας στο 46ο σύνταγμα που κατείχε την πόλη της Κορυτσάς.

Το 1923 και το 1929 διώχθηκε επειδή αρνήθηκε να αναγνωρίσει το αυτοκέφαλο της Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας λόγω του λανθασμένου τρόπου, με ποιο τρόπο Έγινε αυτοκέφαλη. Από το 1931 έως το 1937 σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Εκτός από τα ελληνικά, μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γερμανικά, ρωσικά, ιταλικά, τουρκικά, γαλλικά και αλβανικά.

Επίσκοπος Αργυροκάστρου
Το 1937, με συμφωνία μεταξύ της Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Αλβανίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Κοτόκος, θεολόγος μέχρι τότε, χειροτονήθηκε αρχικά ιερέας και στη συνέχεια μητροπολίτης Αργυροκάστρου, θέση την οποία κατείχε μέχρι την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την περιοχή μετά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα (Απρίλιος 1941), οπότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Αργυρόκαστρο μαζί με τα ελληνικά στρατεύματα.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, έγινε γνωστός για τις ενέργειές του κατά της διείσδυσης της Ένωσης στην Αλβανία τον Αύγουστο του 1939, τις προσπάθειές του να ανυψώσει το ηθικό της ελληνικής μειονότητας και την τάση του να αποτρέπει τους μικτούς γάμους μεταξύ Ορθοδόξων και Μουσουλμάνων. Παράλληλα, προσπάθησε να διαφυλάξει τα σημαντικά εκκλησιαστικά και μοναστηριακά περιουσιακά στοιχεία της επισκοπής του, ανανέωσε τα χρησιμοποιημένα εκκλησιαστικά βιβλία, καθιέρωσε νέα εκκλησίες, μετέφρασε διάφορα έργα εκκλησιαστικών συγγραφέων στα αλβανικά, συνέλεξε διάφορα χειρόγραφα και κειμήλια με σκοπό τη δημιουργία εκκλησιαστικού μουσείου και καθιερωμένο ορθόδοξη ένωση γυναικών.

Για τις δραστηριότητές του υπέρ της ελληνικής μειονότητας, ο Παντελεήμονας είχε ήδη χαρακτηριστεί ως άνθρωπος της ελληνικής προπαγάνδας και, ως εκ τούτου, τέθηκε υπό παρακολούθηση από τις αλβανικές αρχές.

Στην Ελλάδα
Κατά τη διάρκεια της κατοχής, συμμετείχε στις κατασκοπευτικές οργανώσεις του Κινήματος Εθνικής Αντίστασης. Το 1943 έγινε πρόεδρος της "Κεντρικής Επιτροπής Αγώνα Βορείου Ηπείρου" (θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του) και το 1945. "Κεντρική Επιτροπή για τα Δικαιώματα των Ελλήνων". Στις 18 Νοεμβρίου 1945, στο πλαίσιο του βορειοηπειρωτικού ζητήματος, οργάνωσε μαζική διαδήλωση στην Αθήνα με συμμετοχή 100.000 έως 150.000 ατόμων, ενώ στις 21 Ιουνίου 1946 συμμετείχε σε παρόμοια συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη. Για τις ενέργειές του στο βορειοηπειρωτικό ζήτημα, η ελεγχόμενη από την κυβέρνηση σύνοδος της ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας τον Ιούλιο του 1945 κατηγόρησε τον Παντελεήμονα για προδοσία και ταυτόχρονα τον απομάκρυνε από τη θέση του ως επίσκοπο Αργυροκάστρου. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, οι αλβανικές αρχές επέβαλαν ποινή φυλάκισης και στον αδελφό του.

Το 1946 ο Παντελεήμων συμμετείχε στη Διεθνή Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι και το 1947 στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ως βοηθητικό μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας. Την ίδια περίοδο, εκτός από το βορειοηπειρωτικό ζήτημα, ασχολήθηκε και με το κυπριακό ζήτημα. Από το 1954 μέχρι το θάνατό του, διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Χαλικής Θεολογικής Εταιρείας. Ήταν επίσης μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας και της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.

Οι διάφορες μελέτες του για θρησκευτικά και ιστορικά θέματα δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες. Του απονεμήθηκε το παράσημο του Φοίνικα για τις υπηρεσίες του.

Θάνατος
Ο Παντελεήμων πέθανε στις 24 Μαΐου 1969 στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε δύο ημέρες αργότερα παρουσία πολλών ανθρώπων και αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, εκπρόσωποι των ενόπλων δυνάμεων, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Α΄ κ.ά. Στην πραγματικότητα, οι τιμές δόθηκαν από στρατιωτικό απόσπασμα και στρατιωτική ορχήστρα.

Δωρεές και παροχές
Ο Παντελεήμων, στις 27 Φεβρουαρίου 1968, με ιδιωτική διαθήκη, κληροδότησε την προσωπική του βιβλιοθήκη στην Εταιρεία Ηπειρωτικών Σπουδών. Αναγνωρίστηκε έτσι ως ευεργέτης και ευεργέτης του ΕΧΜ. Για να τιμήσει τη θρησκευτική, εθνική και πνευματική δράση του Παντελεήμονα, η ΕΗΜ ανήγειρε προτομή του σε πάρκο των Ιωαννίνων.

Τεχνητή νοημοσύνη